Ακόμα μια φορά, αλλά σε μια δύσκολη συγκυρία, ευχαρίστως παρευρίσκομαι στην Ετήσια Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου, ενός Συνδέσμου που έχει επιδείξει διαχρονικά σημαντικό και ουσιαστικό έργο, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, κατά τα οποία οι προκλήσεις υπήρξαν έντονες και συνεχείς.
Η χρηματοπιστωτική σταθερότητα αποτελεί θεμελιώδη πυλώνα μιας υγιούς και ανθεκτικής οικονομίας. Η διατήρηση και η συντήρηση του πυλώνα αυτού προϋποθέτουν τη συνεπή εφαρμογή μιας ορθής οικονομικής πολιτικής, ενώ αναγκαία προϋπόθεση αποτελεί και η εφαρμογή μιας ισόρροπης και ορθολογικής στρατηγικής από τον τραπεζικό τομέα.
Η Κυβέρνηση και το Υπουργείο Οικονομικών, στο πλαίσιο της ευθύνης τους για τη διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας, εφαρμόζουν από την ανάληψη της διακυβέρνησης μια συνετή, υπεύθυνη και αποτελεσματική οικονομική πολιτική, καθώς και μια αυστηρή δημοσιονομική πολιτική. Η προσέγγιση αυτή έχει ήδη αποδώσει απτά αποτελέσματα, παρά το αντίξοο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.
Με υπεύθυνη διακυβέρνηση και δημοσιονομική πειθαρχία, η Κύπρος έχει εισέλθει σε μια νέα περίοδο σταθερότητας, ανάπτυξης και οικονομικής ανθεκτικότητας.
Η θετική αυτή πορεία αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στους βασικούς οικονομικούς δείκτες. Κατά την τελευταία τριετία, η κυπριακή οικονομία κατέγραψε σταθερούς και ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, από τους υψηλότερους στην Ευρωζώνη. Ειδικότερα, το 2025 ο ρυθμός ανάπτυξης ανήλθε στο 3,8%, υπερβαίνοντας σημαντικά τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), ενώ και για το 2026 οι προβλέψεις παραμένουν ιδιαίτερα θετικές, με την ανάπτυξη να αναμένεται εκ νέου σε υψηλότερα επίπεδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Παράλληλα, η κυπριακή οικονομία λειτουργεί υπό συνθήκες σχεδόν πλήρους απασχόλησης, γεγονός που αντανακλά τη δυναμική της αγοράς εργασίας και την αυξημένη οικονομική δραστηριότητα.
Την ίδια στιγμή, το δημόσιο χρέος ακολουθεί σταθερά πτωτική πορεία και αναμένεται να περιοριστεί περίπου στο 50% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) έως το τέλος του έτους, καταγράφοντας μια από τις σημαντικότερες μειώσεις μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ.
Κυρίες και κύριοι,
Η περίοδος αυτή συμπίπτει και με έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο που ανέλαβε η χώρα μας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, στο πλαίσιο της άσκησης της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, η οποία φθάνει αισίως στο τέλος της.
Στο πλαίσιο αυτό, δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στην ενίσχυση της Τραπεζικής Ένωσης, καθώς και σε κρίσιμους φακέλους, συμπεριλαμβανομένου του ψηφιακού ευρώ. Οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν άμεσα το τραπεζικό οικοσύστημα και τον μελλοντικό του ρόλο.
Είναι ευτυχές το γεγονός ότι ο τραπεζικός τομέας της Κύπρου θα αντιμετωπίσει όλες αυτές τις εξελίξεις από μια ισχυρή θέση, με εύρωστους κεφαλαιακούς δείκτες.
Ο τραπεζικός τομέας παραμένει ισχυρός και καλά κεφαλαιοποιημένος, με τον δείκτη κεφαλαίων κοινών μετοχών (CET1) να διαμορφώνεται στο 25,1% τον Μάρτιο του 2026, επίπεδο σημαντικά ψηλότερο από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές απαιτήσεις.
Η αύξηση των χορηγήσεων και των επενδύσεων σε χρεόγραφα από στοιχεία του πρώτου τριμήνου 2026 έφεραν αύξηση και στα περιουσιακά στοιχεία του τομέα.
Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια καταγράφουν σημαντική μείωση στους ισολογισμούς των τραπεζών, παραμένει όμως το γεγονός ότι διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα στην πραγματική οικονομία, δημιουργώντας προκλήσεις για την ομαλή λειτουργία της οικονομίας.
Για την αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου, η Κυβέρνηση έχει προωθήσει νομοσχέδια και ρυθμίσεις που διασφαλίζουν ένα σταθερό και αποτελεσματικό πλαίσιο διαχείρισης.
Οι δανειολήπτες διαθέτουν επιπλέον εργαλεία, ενώ ενισχύεται το θεσμικό δίχτυ προστασίας. Παράλληλα, ενισχύεται η δυνατότητα για αναδιάρθρωση και ρύθμιση του χρέους. Έχουν δοθεί επίσης σημαντικές επιπρόσθετες εξουσίες στη Χρηματοοικονομική Επίτροπο.
Δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ και σε κάποιες σχετικές προτάσεις νόμου που κατέθεσαν βουλευτές, που παρά τις εκφρασθείσες απόψεις τόσο του Υπουργείου Οικονομικών όσο και της Κεντρικής Τράπεζας, καθώς και της Νομικής Υπηρεσίας, ότι δυνατόν να περιέχουν αντισυνταγματικά και άλλα νομικά και θεσμικά προβλήματα, η Βουλή προχώρησε στην ψήφισή τους. Ως αποτέλεσμα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προχώρησε σε αναπομπές και αναφορές στο Ανώτατο Δικαστήριο και συνεπακόλουθα ζητήθηκε η γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) σχετικά με την αναστολή εκποιήσεων και την αναδιάρθρωση δανείων και εγγυήσεων.
Η ΕΚΤ εκφράζει έντονες ανησυχίες για επέκταση των χρηματοοικονομικών κινδύνων που θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε δημοσιονομικό κίνδυνο, αλλά και διόγκωση του προβλήματος των δανειοληπτών αντί επίλυσή του.
Η κερδοφορία του τραπεζικού τομέα παραμένει σε πολύ ικανοποιητικά επίπεδα, φθάνοντας περίπου στο €1 δισ. το 2025, μειωμένα βέβαια σε σχέση με το 2024, λόγω της μεταβολής των επιτοκίων.
Ως Υπουργείο Οικονομικών θα επιθυμούσαμε βέβαια η κερδοφορία των τραπεζών μας να προέρχεται περισσότερο από υγιείς δανειοδοτήσεις των επιχειρήσεων μας στους παραγωγικούς τομείς και λιγότερο από την αύξηση της διαφοροποίησης των επιτοκίων από την ΕΚΤ.
Προς την κατεύθυνση αυτή, η Κυβέρνηση εφάρμοσε και συνεχίζει να εφαρμόζει μια οικονομική πολιτική που να επιτρέπει την αξιολόγηση της οικονομίας μας στην επενδυτική βαθμίδα, μετά από 11 χρόνια. Αυτό το γεγονός διαμορφώνει ένα φιλικό πλαίσιο για τις ξένες επενδύσεις, για τις εταιρείες τεχνολογίας και για τις νεοφυείς επιχειρήσεις.
Είμαι βέβαιος ότι ο τραπεζικός τομέας έχει διαπιστώσει το γεγονός αυτό και επομένως αναμένεται η δημιουργία περισσότερων κατάλληλων χρηματοδοτικών προϊόντων προς τις επιχειρήσεις μας και βελτίωση μέσα από διαφοροποίηση του δανειακού χαρτοφυλακίου ανά οικονομικό τομέα.
Αναμφίβολα, το τραπεζικό σύστημα αποτελεί βασικό αιμοδότη της κυπριακής οικονομίας και καθοριστικό παράγοντα για τη διατήρηση της αναπτυξιακής της δυναμικής.
Στο πλαίσιο αυτό, η διαμόρφωση των όρων χρηματοδότησης, με γνώμονα τόσο τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά όσο και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δανειοληπτών, οφείλει να συμβάλλει ουσιαστικά στη στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας, των επενδύσεων και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Πιστεύω ότι τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί σημαντικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, υπάρχουν ακόμη περιθώρια για περαιτέρω πρόοδο, με στόχο τη διευκόλυνση της πρόσβασης σε χρηματοδότηση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της κυπριακής οικονομίας.
Παράλληλα, ο τραπεζικός τομέας καλείται να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στη μετάβαση προς ένα πιο βιώσιμο και πράσινο αναπτυξιακό πρότυπο.
Η χρηματοδότηση επενδύσεων που προάγουν την ενεργειακή μετάβαση, την περιβαλλοντική βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα της οικονομίας αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επίτευξη των εθνικών και ευρωπαϊκών στόχων στον τομέα της πράσινης ανάπτυξης.
Η μετάβαση αυτή συνιστά στρατηγική προτεραιότητα για την Κυβέρνηση και είμαι βέβαιος ότι ο τραπεζικός τομέας θα συνεχίσει να αποτελεί πολύτιμο εταίρο στην κοινή αυτή προσπάθεια.
Κυρίες και κύριοι,
Ζούμε σε μια εποχή ραγδαίων εξελίξεων και βαθιών μετασχηματισμών, οι οποίοι επηρεάζουν καθοριστικά το παγκόσμιο οικονομικό και χρηματοοικονομικό περιβάλλον.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο τομέας των κρυπτοστοιχείων, ο οποίος αναδιαμορφώνει με ταχείς ρυθμούς το χρηματοοικονομικό τοπίο σε διεθνές επίπεδο και δημιουργεί νέα δεδομένα για τις αγορές, τους επενδυτές και τις εποπτικές αρχές.
Η τεχνολογική πρόοδος και η ψηφιακή καινοτομία προσφέρουν σημαντικές ευκαιρίες για ανάπτυξη, αποτελεσματικότητα και διεύρυνση των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύουν νέους κινδύνους και προκλήσεις που αφορούν στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, την ακεραιότητα των αγορών, την προστασία των επενδυτών και την κυβερνοασφάλεια.
Υπό το πρίσμα αυτό, η πλήρης και συνεπής εφαρμογή του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική.
Ειδικότερα, η αποτελεσματική εφαρμογή του Κανονισμού για τις Αγορές Κρυπτοστοιχείων (MiCA) αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς, ενισχύοντας τη διαφάνεια, την εμπιστοσύνη, την ασφάλεια των συναλλαγών και την αποτελεσματική εποπτεία του τομέα.
Εξίσου σημαντικές είναι οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις και η ολοένα αυξανόμενη ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Οι τράπεζες καλούνται να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες που προσφέρει η τεχνητή νοημοσύνη, προκειμένου να ενισχύσουν την αποδοτικότητά τους, να βελτιώσουν την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, να αναβαθμίσουν τις διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων και να αναπτύξουν πιο στοχευμένα και εξατομικευμένα προϊόντα και υπηρεσίες για τους πελάτες τους.
Την ίδια στιγμή, η μετάβαση αυτή πρέπει να συνοδεύεται από ισχυρές δικλίδες προστασίας και υπεύθυνη διακυβέρνηση.
Ζητήματα όπως η κυβερνοασφάλεια, η προστασία των δεδομένων, η διαφάνεια των αλγορίθμων και η δεοντολογική χρήση της τεχνολογίας καθίστανται πλέον υψίστης σημασίας.
Είναι πλέον σαφές ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός, συμπεριλαμβανομένης της αξιοποίησης της τεχνητής νοημοσύνης, δεν συνιστά απλώς μια τεχνολογική επιλογή, αλλά μια στρατηγική αναγκαιότητα για τη διατήρηση και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του τραπεζικού τομέα.
Γι’ αυτό και είναι σημαντικό να συμμετέχουμε ενεργά στη διαμόρφωση των εξελίξεων και όχι να περιοριζόμαστε στην εκ των υστέρων προσαρμογή σε αυτές. Είμαι βέβαιος ότι ο τραπεζικός τομέας της χώρας μας αντιλαμβάνεται τη σημασία αυτής της πρόκλησης και θα συνεχίσει να πρωτοστατεί στις προσπάθειες για καινοτομία, εκσυγχρονισμό και υπεύθυνη αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών.
Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να συγχαρώ ακόμα μια φορά τον Σύνδεσμο Τραπεζών για το έργο που επιτελεί και για την παραγωγική συνεργασία με τις αρμόδιες Κρατικές Υπηρεσίες.
Με την ευκαιρία αυτή, θα ήθελα επίσης να εκφράσω την εκτίμηση της Κυβέρνησης προς τις τράπεζες εκείνες που έμπρακτα εκδηλώνουν την εταιρική κοινωνική τους ευθύνη και να ενθαρρύνω όλους τους Τραπεζικούς Οργανισμούς, ως τους σημαντικότερους οικονομικούς θεσμούς του τόπου μας, να έχουν καθημερινά ως προμετωπίδα των δράσεων τους την έμπρακτη κοινωνική ευθύνη προς την κοινωνία και τους πολίτες.
Εύχομαι κάθε επιτυχία στις εργασίες της Γενικής σας Συνέλευσης.
(ΚΑ/ΓΣ)