[ad_1]
Με μακροσκελή ανακοίνωση τοποθετήθηκε η κινεζική κοινοπραξία CPP-METRON Consortium Ltd στα ζητήματα που απασχολούν τη δημόσια συζήτηση για το έργο του τερματικού αερίου στο Βασιλικό.
Η εταιρεία εκφράζει ενόχληση επειδή δεν προσκλήθηκε στη συνεδρία της Επιτροπής Ενέργειας, ούτε είχε ενημέρωση για τη διεξαγωγή της. Ζητά «σαφή και αντικειμενική ενημέρωση» της κοινωνίας για την πραγματική εικόνα του έργου.
Στην ανακοίνωση αναφέρεται ότι η κοινοπραξία τήρησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις και παραμένει προσηλωμένη στη συνεργασία με καλή πίστη, ώστε να ολοκληρωθεί το έργο. Αναγνωρίζει ότι οι «θεμελιώδεις διαφορές» με την ΕΤΥΦΑ οδήγησαν σε στασιμότητα, τονίζοντας πως υπάρχει διάθεση για διάλογο.
Η CPP παραθέτει ιστορικό από την υπογραφή της Συμφωνίας τον Δεκέμβριο του 2019, σημειώνοντας ότι η επίσημη έναρξη καθυστέρησε σχεδόν δέκα μήνες, έως τον Σεπτέμβριο του 2020, λόγω προβλημάτων στη χρηματοδότηση και καθυστερήσεων στο διορισμό μηχανικού.
Αναφέρει ότι πιέστηκε να αγοράσει το πλοίο LNGC, που θα μετατρεπόταν σε FSRU, λίγες ημέρες μετά την υπογραφή. Το πλοίο μεταφέρθηκε στο ναυπηγείο τον Αύγουστο του 2020 με γνώση της ΕΤΥΦΑ, όμως η απουσία μηχανικού καθυστέρησε το σχεδιασμό και την κατασκευή.
Κεντρικό σημείο είναι οι καθυστερήσεις πληρωμών. Βάσει της συμφωνίας, ποσό άνω των 60 εκατ. ευρώ έπρεπε να καταβληθεί τον Αύγουστο του 2020, αλλά πληρώθηκε τον Φεβρουάριο του 2021. Η επόμενη δόση έγινε 16 μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 2022. Εν τω μεταξύ, η CPP –όπως λέει– χρηματοδοτούσε η ίδια την ταμειακή ροή, κάτι που αντιβαίνει στη σύμβαση. Η κοινοπραξία επικρίνει τις δηλώσεις του Υπουργού Ενέργειας στις αρχές του 2024 ότι «δεν θα δοθεί ούτε σεντ επιπλέον στους Κινέζους», χαρακτηρίζοντάς τες «ακατάλληλη συμπεριφορά» και «πολιτική παρέμβαση» που –όπως τονίζει– παραβιάζουν τα συμβατικά δεδομένα και επηρεάζουν το έργο.
Υπενθυμίζει ότι τον Ιανουάριο του 2024 ανέστειλε εργασίες λόγω μη πληρωμών, αλλά μετά από διαβεβαιώσεις του υπουργού τις επανεκκίνησε τον Μάρτιο. Ωστόσο, σημειώνει πως καμία πληρωμή δεν έγινε το 2024.
Η CPP απορρίπτει ως αβάσιμες τις κατηγορίες για ελλείψεις εξοπλισμού ή κινδύνους ασφάλειας, τονίζοντας ότι όλοι οι προμηθευτές εγκρίθηκαν από την ΕΤΥΦΑ και τον ιδιοκτήτη μηχανικό, με πλήρη συμμόρφωση στα διεθνή πρότυπα και πιστοποιήσεις οργανισμών.
Για το πλοίο FSRU αναφέρει ότι η μετατροπή έγινε βάσει εγκεκριμένων σχεδίων, παραδόθηκε με πιστοποιήσεις και συνοδεύτηκε από εγγύηση ποιότητας. Καταγγέλλει, όμως, ότι η ΕΤΥΦΑ προχώρησε σε «μη εξουσιοδοτημένες τροποποιήσεις», οι οποίες –όπως λέει– δημιουργούν αβεβαιότητες για τις υποχρεώσεις διασφάλισης ποιότητας.
Η κοινοπραξία υπενθυμίζει ότι από τον Φεβρουάριο του 2023 έχει προσφύγει στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου (LCIA) για τα μη καταβληθέντα ποσά και τις πρόσθετες εργασίες, υπογραμμίζοντας πως παραμένει δεσμευμένη στη διαφάνεια και την υπεύθυνη συνεργασία «προς όφελος της Κυπριακής Δημοκρατίας και του λαού της».
[ad_2]