Ο καρκίνος του ήπατος εμφανίζει αυξητική τάση στην Κύπρο, γεγονός που εντείνει την ανάγκη για ενημέρωση, πρόληψη και τακτικό ιατρικό έλεγχο, σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Ασθενών Ήπατος και Φίλων Κύπρου «Προμηθέας». Ο Σύνδεσμος συμμετέχει ενεργά στις ευρωπαϊκές εκστρατείες ευαισθητοποίησης που πραγματοποιούνται κάθε Οκτώβριο, με στόχο την πρόληψη και την έγκαιρη διάγνωση της νόσου.
Όπως επισημαίνει σε ανακοίνωσή του, σε ευρωπαϊκό επίπεδο καταγράφονται χιλιάδες νέα περιστατικά κάθε χρόνο, ενώ παγκοσμίως, ο καρκίνος του ήπατος κατατάσσεται πέμπτος σε συχνότητα και αποτελεί την τρίτη αιτία θανάτου από καρκίνο.
Αν και πλήττει κυρίως άτομα άνω των 60 ετών, μπορεί να εμφανιστεί και σε νεότερες ηλικίες, κυρίως λόγω κληρονομικών παραγόντων, ηπατίτιδας ή υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ. Το πρόβλημα είναι ότι συχνά η διάγνωση γίνεται σε προχωρημένο στάδιο, όταν οι θεραπευτικές επιλογές είναι περιορισμένες.
Ο Σύνδεσμος υπογραμμίζει πως πολλά περιστατικά μπορούν να προληφθούν, με τη μείωση της έκθεσης σε γνωστούς παράγοντες κινδύνου, όπως το αλκοόλ, το κάπνισμα, το υπερβολικό βάρος, αλλά και με τον εμβολιασμό κατά της ηπατίτιδας Β, την πρόληψη της ηπατίτιδας C και τη θεραπεία προϋπαρχουσών παθήσεων που επηρεάζουν το ήπαρ.
Ο «Προμηθέας» προτρέπει το κοινό να ενημερώνεται, να υποβάλλεται σε προληπτικούς ελέγχους και να στηρίζει όσους παλεύουν με τον καρκίνο του ήπατος.
Οι βασικοί παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν τη χρόνια ηπατίτιδα Β ή C, την κίρρωση, τον διαβήτη, την παχυσαρκία, την κληρονομικότητα, το λιπώδες ήπαρ, την έκθεση σε αφλατοξίνες, τη χρήση αναβολικών στεροειδών, αλλά και σπάνιες γενετικές παθήσεις όπως η νόσος του Wilson.
Τα πρώιμα συμπτώματα είναι συνήθως ήπια, περιλαμβάνοντας κόπωση, απώλεια όρεξης, ναυτία και αδυναμία, ενώ στα πιο προχωρημένα στάδια εμφανίζονται ίκτερος, κοιλιακός πόνος, διόγκωση του ήπατος και κατακράτηση υγρών στην κοιλιά.
Η διάγνωση βασίζεται σε κλινική εξέταση, αιματολογικές αναλύσεις για την ηπατική λειτουργία, δείκτες ηπατίτιδας και καρκινικούς δείκτες, ενώ ακολουθούν απεικονιστικές εξετάσεις όπως υπερηχογράφημα, αξονική ή μαγνητική τομογραφία. Σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται βιοψία για επιβεβαίωση της διάγνωσης.