Το γεγονός ότι οι Φρουροί της Επανάστασης κατάφεραν να κατασχέσουν για πρώτη φορά από την έναρξη της σύγκρουσης δύο πλοία για «ναυτιλιακές παραβιάσεις» στα Στενά του Ορμούζ, χρησιμοποιώντας ταχύπλοα σκάφη, φαίνεται να δείχνει ότι το Ιράν διαθέτει την ικανότητα να επηρεάζει τη λειτουργία της συγκεκριμένης θαλάσσιας οδού ακόμη και με περιορισμένα μέσα, σύμφωνα με ανάλυση του CNN.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Πιτ Χέγκσεθ έχουν δηλώσει επανειλημμένα ότι οι ιρανικές ναυτικές δυνάμεις έχουν υποστεί σοβαρές απώλειες, με αναφορές να κάνουν λόγο για περίπου 150 πλοία που «βρίσκονται στον βυθό του ωκεανού», αναφερόμενοι κυρίως σε μονάδες του τακτικού ναυτικού.
Ωστόσο, σύμφωνα με πηγές των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, οι Φρουροί της Επανάστασης εξακολουθούν να διατηρούν έως και το 50% των ναυτικών τους πόρων σε σχέση με την προπολεμική περίοδο, συμπεριλαμβανομένων πιθανώς χιλιάδων μικρών ταχύπλοων σκαφών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε επιχειρήσεις ταχείας δράσης.
Τα σκάφη αυτά, ορισμένα εκ των οποίων φέρουν αντιπλοϊκούς πυραύλους και οπλισμένο προσωπικό, χρησιμοποιούνται σε τακτικές ασύμμετρου πολέμου. Σε μικρούς αριθμούς δεν αποτελούν σοβαρή απειλή για μεγάλα πολεμικά πλοία ή εμπορικά δεξαμενόπλοια, όμως σε μεγάλους σχηματισμούς μπορούν να δημιουργήσουν σημαντική πίεση και κινδύνους.
Η λεγόμενη «τακτική του σμήνους», την οποία οι Φρουροί της Επανάστασης φέρεται να εφαρμόζουν από τη δεκαετία του 1980, περιλαμβάνει τη μαζική χρήση δεκάδων ή και εκατοντάδων μικρών σκαφών ταυτόχρονα, συχνά σε συνδυασμό με drones ή παράκτιους αντιπλοϊκούς πυραύλους, με στόχο την υπερφόρτωση των αμυντικών συστημάτων του αντιπάλου.
Παρόμοια τακτική έχει παρουσιαστεί και σε στρατιωτικές ασκήσεις, όπως το 2015 στον Περσικό Κόλπο, όταν μεγάλος αριθμός μικρών σκαφών χρησιμοποιήθηκε σε προσομοίωση επίθεσης εναντίον αεροπλανοφόρου.
Σύμφωνα με την ανάλυση, ακόμη και η απειλή ναρκοθέτησης στα Στενά του Ορμούζ μπορεί να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα στη ναυσιπλοΐα, καθώς, παρότι δεν απαιτείται μεγάλος αριθμός ναρκών για να διαταραχθεί η κυκλοφορία, οι ναυτιλιακές εταιρείες αποφεύγουν την περιοχή λόγω του υψηλού ρίσκου και της αβεβαιότητας.