Πατροκτονία στη Λεμεσό: 13 χρόνια φυλάκιση για εννέα μαχαιριές στον πατέρα του – Το οικογενειακό δράμα και το σκεπτικό του Κακουργιοδικείου

12 Min Read

Από το τηλεφώνημα στην Αστυνομία τα ξημερώματα της 9ης Ιουλίου 2025 μέχρι τη σημερινή καταδίκη. Οι ψυχιατρικές αξιολογήσεις, η αλλαγή στάσης του κατηγορουμένου, η παραδοχή ενοχής και οι λόγοι που οδήγησαν στην επιβολή ποινής 13 ετών.

Σε ποινή φυλάκισης 13 ετών καταδικάστηκε την Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026 από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λεμεσού ο 49χρονος που παραδέχθηκε ότι σκότωσε τον 80χρονο πατέρα του, Γιώργο Χατζηγεωργίου, τα ξημερώματα της 9ης Ιουλίου 2025.

Η ομόφωνη απόφαση έβαλε τέλος στην πρωτόδικη δικαστική διαδικασία μιας υπόθεσης που είχε προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον, όχι μόνο λόγω των συνθηκών του εγκλήματος, αλλά και εξαιτίας των σοβαρών προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετώπιζε ο καταδικασθείς.

Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Κακουργιοδικείο κλήθηκε να σταθμίσει τη βαρύτητα της ανθρωποκτονίας, τις ιδιαίτερα βίαιες συνθήκες της πράξης, την απουσία προσχεδιασμού, την παραδοχή ενοχής και τα προσωπικά δεδομένα του 49χρονου.

Το έγκλημα της 9ης Ιουλίου 2025

Η οικογενειακή τραγωδία εκτυλίχθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 9ης Ιουλίου 2025, στην περιοχή Καθολικής της Λεμεσού.

Ο 80χρονος Γιώργος Χατζηγεωργίου βρισκόταν στο ισόγειο διαμέρισμα της οικογενειακής πολυκατοικίας, όταν δέχθηκε επίθεση με μαχαίρι από τον γιο του.

Σύμφωνα με τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, το θύμα κοιμόταν και δεν είχε δυνατότητα ουσιαστικής αντίδρασης.

Στην ίδια οικοδομή διέμενε και ο γιος του, ενώ κατά τον χρόνο του εγκλήματος βρισκόταν στο σπίτι και η σύζυγος του θύματος.

Η νεκροτομή που διενήργησε ο ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους κατέδειξε εννέα τραύματα από μαχαίρι, έξι στον θώρακα και τρία στο αριστερό χέρι.

Ο θάνατος επήλθε από εσωτερική αιμορραγία συνεπεία τραυματισμού από νύσσον και τέμνον όργανο.

Το τηλεφώνημα που αποκάλυψε την ανθρωποκτονία

Ιδιαίτερο στοιχείο της υπόθεσης αποτελεί το γεγονός ότι ο ίδιος ο καταδικασθείς επικοινώνησε με την Αστυνομία λίγα λεπτά μετά την πράξη του.

Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν κατά τη δικαστική διαδικασία, γύρω στις 04:16 τηλεφώνησε στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λεμεσού, ενημερώνοντας ότι είχε μαχαιρώσει τον πατέρα του.

Ζήτησε μάλιστα από τους αστυνομικούς να μεταβούν στην κατοικία και να τον συλλάβουν.

Κατά την άφιξή τους, οι αστυνομικοί εντόπισαν τον 80χρονο νεκρό και το μαχαίρι στον χώρο.

Ο γιος του συνελήφθη, ενώ οι Αρχές άρχισαν τη διερεύνηση υπόθεσης φόνου εκ προμελέτης.

Οι ισχυρισμοί του γιου για τον πατέρα του

Κατά την ανάκριση και τη δικαστική διαδικασία, ο καταδικασθείς προέβαλε διαφορετικές αναφορές σχετικά με τις σκέψεις και τις αντιλήψεις του πριν από το έγκλημα.

Σύμφωνα με τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν στο Κακουργιοδικείο, ανέφερε ότι βρισκόταν στο δωμάτιό του και χρησιμοποιούσε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, όταν άρχισε να σκέφτεται όσα θεωρούσε ότι είχε υποστεί από τον πατέρα του.

Κατά την εκδοχή που έδωσε, οι σκέψεις αυτές τον οδήγησαν στην απόφαση να του κάνει κακό.

Σε προηγούμενες ανακριτικές διαδικασίες είχαν καταγραφεί και παράδοξοι ισχυρισμοί του σχετικά με τον πατέρα του, τους οποίους οι ερευνητές εξέτασαν υπό το πρίσμα της ψυχικής κατάστασης του κατηγορουμένου.

Ωστόσο, οι συγκεκριμένες αναφορές αποτελούν προσωπικούς ισχυρισμούς του καταδικασθέντος και δεν συνιστούν αποδεδειγμένα γεγονότα για τη συμπεριφορά του θύματος.

Το Κακουργιοδικείο επισήμανε ότι δεν προέκυψε πρόσφατη διένεξη ή πρόκληση από πλευράς του 80χρονου που να συνδέεται με τη διάπραξη του εγκλήματος.

Η ψυχιατρική νοσηλεία και οι δυσκολίες στην έναρξη της δίκης

Αμέσως μετά τη σύλληψή του, ο τότε 47χρονος εξετάστηκε από κυβερνητικό ψυχίατρο.

Η κατάστασή του κρίθηκε τέτοια ώστε να χρειάζεται νοσηλεία στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας, όπου παρέμεινε για αρκετές εβδομάδες.

Η νοσηλεία του συνεχίστηκε μέχρι τον Αύγουστο του 2025, όταν κρίθηκε δυνατή η συνέχιση των ποινικών διαδικασιών.

Ακολούθως επανασυνελήφθη και παραπέμφθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού.

Η ψυχική του κατάσταση αποτέλεσε αντικείμενο νέας αξιολόγησης και κατά τη δικαστική διαδικασία.

Τον Νοέμβριο του 2025 το Κακουργιοδικείο εξέτασε ψυχιατρική έκθεση, η οποία κατέληγε ότι, παρά τη χρόνια ψυχική νόσο που αντιμετώπιζε, ο κατηγορούμενος διέθετε την απαιτούμενη ικανότητα να παρακολουθήσει τη δίκη και να απαντήσει στο κατηγορητήριο.

Με βάση αυτή την αξιολόγηση, η ποινική διαδικασία συνεχίστηκε.

Από την άρνηση της κατηγορίας στην παραδοχή ενοχής

Η δικαστική πορεία της υπόθεσης δεν υπήρξε ευθύγραμμη.

Στις 25 Νοεμβρίου 2025, ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε την κατηγορία της ανθρωποκτονίας.

Κατά την τότε διαδικασία, η υπεράσπισή του είχε θέσει ζητήματα σχετικά με την ψυχική του κατάσταση και τη δυνατότητα επίκλησης σχετικής υπερασπιστικής γραμμής.

Ωστόσο, στις 8 Σεπτεμβρίου 2026 ο κατηγορούμενος άλλαξε στάση, παραδεχόμενος την κατηγορία της ανθρωποκτονίας.

Η παραδοχή αυτή αποτέλεσε καθοριστική εξέλιξη, καθώς η υπόθεση οδηγήθηκε στη διαδικασία παρουσίασης των γεγονότων και επιμέτρησης της ποινής, χωρίς να απαιτηθεί η ολοκλήρωση πλήρους αποδεικτικής ακροαματικής διαδικασίας.

Τα επιχειρήματα της υπεράσπισης για επιείκεια

Στις 22 Οκτωβρίου 2026, κατά τη διαδικασία επιβολής ποινής, οι συνήγοροι υπεράσπισης ζήτησαν από το Κακουργιοδικείο να συνεκτιμήσει τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη χρόνια ψυχική νόσο που αντιμετώπιζε, στην προηγούμενη παρακολούθησή του από ψυχίατρο και στη νοσηλεία του στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας.

Η υπεράσπιση προέβαλε επίσης το λευκό ποινικό του μητρώο, την απουσία προηγούμενου ιστορικού βίαιης συμπεριφοράς, τη συνεργασία με την Αστυνομία και την παραδοχή ενοχής.

Υποστήριξε ακόμη ότι η ανθρωποκτονία δεν ήταν προσχεδιασμένη και ότι ο κατηγορούμενος είχε εκφράσει ειλικρινή μεταμέλεια.

Οι συνήγοροί του ζήτησαν να ληφθούν υπόψη οι παράγοντες αυτοί ως ελαφρυντικά κατά τον καθορισμό της ποινής.

Το κρίσιμο ζήτημα της ποινικής ευθύνης

Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της σημερινής απόφασης αφορά τη διάκριση ανάμεσα στην ύπαρξη ψυχικής νόσου και στον μειωμένο καταλογισμό.

Το Κακουργιοδικείο αναγνώρισε ότι ο καταδικασθείς αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας.

Ωστόσο, με βάση το ψυχιατρικό υλικό που τέθηκε ενώπιόν του, δεν διαπίστωσε ότι τα προβλήματα αυτά περιόριζαν την ικανότητά του να κατανοήσει τις πράξεις του ή την ευθύνη που προέκυπτε από αυτές.

Στην απόφαση έγινε αναφορά στο γεγονός ότι, αμέσως μετά το έγκλημα, ο γιος ενημέρωσε την Αστυνομία και στη συνέχεια επικοινώνησε με τον πνευματικό του, ζητώντας συγχωρητική ευχή.

Το Δικαστήριο συνεκτίμησε τις ενέργειες αυτές κατά την αξιολόγηση των γεγονότων.

Η ψυχική του κατάσταση αναγνωρίστηκε ως παράγοντας που έπρεπε να ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, χωρίς όμως να αναιρεί την ποινική ευθύνη του.

Γιατί το Κακουργιοδικείο επέβαλε 13 χρόνια

Κατά την ανακοίνωση της ομόφωνης απόφασης, το Κακουργιοδικείο υπογράμμισε τη σοβαρότητα της ανθρωποκτονίας και την ανάγκη προστασίας της ανθρώπινης ζωής.

Ως ιδιαίτερα επιβαρυντικά στοιχεία καταγράφηκαν η χρήση μαχαιριού, ο αριθμός των χτυπημάτων και το γεγονός ότι το θύμα κοιμόταν και δεν είχε δυνατότητα να προστατευθεί.

Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν εντόπισε στοιχεία που να καταδεικνύουν προσχεδιασμό της πράξης.

Προς όφελος του καταδικασθέντος συνεκτιμήθηκαν η παραδοχή ενοχής, η μεταμέλεια, η συνεργασία με τις αστυνομικές Αρχές, το λευκό ποινικό μητρώο και οι προσωπικές του περιστάσεις.

Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε επίσης στα σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετώπιζε.

Στο σκεπτικό της απόφασης, το Κακουργιοδικείο υπογράμμισε ότι ο καταδικασθείς δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως πρόσωπο με χαρακτηριστικά στυγερού δολοφόνου.

Η αναφορά αυτή, ωστόσο, δεν αποτέλεσε απαλλαγή από την ευθύνη του ούτε υποβάθμιση της σοβαρότητας του εγκλήματος.

Αντιθέτως, η ποινή των 13 ετών προέκυψε από τη στάθμιση των επιβαρυντικών και ελαφρυντικών περιστάσεων που το Δικαστήριο έκρινε σχετικές.

Η απολογία πριν από την ανακοίνωση της ποινής

Κατά τη σημερινή διαδικασία, ο καταδικασθείς απολογήθηκε για τις πράξεις του.

Εξέφρασε τη θλίψη του για την κατάστασή του, ενώ είχε ήδη αναφέρει μέσω της υπεράσπισής του ότι ζητούσε συγχώρεση από την οικογένειά του, το Δικαστήριο και την κοινωνία.

Η μεταμέλεια καταγράφηκε μεταξύ των παραγόντων που λήφθηκαν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής.

Μια υπόθεση που αναδεικνύει σύνθετα ζητήματα

Η οικογενειακή τραγωδία της Λεμεσού αναδεικνύει τη δυσκολία των υποθέσεων στις οποίες συνυπάρχουν ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα και ζητήματα ψυχικής υγείας.

Η σημερινή απόφαση διαχωρίζει σαφώς την αναγνώριση των προβλημάτων υγείας ενός κατηγορουμένου από τη διαπίστωση ότι αυτά επηρέασαν την ποινική του ευθύνη.

Ταυτόχρονα, καταδεικνύει ότι η επιμέτρηση της ποινής δεν περιορίζεται στη βαρύτητα της πράξης, αλλά περιλαμβάνει την αξιολόγηση όλων των περιστάσεων που προκύπτουν από τα στοιχεία της υπόθεσης.

Με την επιβολή ποινής φυλάκισης 13 ετών ολοκληρώνεται η πρωτόδικη διαδικασία για τον θάνατο του Γιώργου Χατζηγεωργίου, περισσότερο από έναν χρόνο μετά το έγκλημα που σημειώθηκε στο οικογενειακό σπίτι στη Λεμεσό.

Share This Article