Ανακοίνωση του Γραφείου Επιτρόπου Περιβάλλοντος και Ευημερίας των Ζώων με την ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας Περιβάλλοντος

6 Min Read

Η Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος, που τιμάται κάθε χρόνο στις 5 Ιουνίου, καθιερώθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το 1972, με αφορμή τη Διάσκεψη της Στοκχόλμης, η οποία έθεσε για πρώτη φορά την περιβαλλοντική προστασία στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής ατζέντας και εισήγαγε διεθνώς την έννοια του δικαιώματος του ανθρώπου να ζει σε ένα αρμονικό και υγιές περιβάλλον. Πρόκειται για ένα δικαίωμα που έκτοτε εξελίχθηκε και αναγνωρίζεται πλέον ευρύτερα ως θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα σε ένα καθαρό, ασφαλές και βιώσιμο περιβάλλον. Έτσι, από το 1973, η Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος, που τελεί υπό τον συντονισμό του Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UNEP), έχει εξελιχθεί στη μεγαλύτερη παγκόσμια πλατφόρμα ενημέρωσης και κινητοποίησης για ζητήματα που αφορούν στην κλιματική κρίση, την απώλεια βιοποικιλότητας, τη ρύπανση και την υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος, μέσα από συλλογική και συντονισμένη δράση.

Η φετινή θεματική, με σύνθημα «Δράση για το Κλίμα: Εμπνεόμαστε από τη φύση», επικεντρώνεται στην ανάγκη προστασίας και αποκατάστασης της φύσης ως βασικής προϋπόθεσης για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης και τη διασφάλιση βιώσιμων συνθηκών διαβίωσης σε ισορροπία με το περιβάλλον.

Η Ανατολική Μεσόγειος συγκαταλέγεται στις πλέον ευάλωτες περιοχές απέναντι στην κλιματική αλλαγή, ενώ και η Κύπρος αντιμετωπίζει ήδη σοβαρές πιέσεις που συνδέονται με την αύξηση της θερμοκρασίας, την ολιγομβρία και τις παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας, την πίεση στους φυσικούς πόρους, την υποβάθμιση εδαφών, την απώλεια βιοποικιλότητας και την αυξανόμενη συχνότητα και ένταση πυρκαγιών.

Οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν τη διαθεσιμότητα νερού, τη γεωργική παραγωγή, τις παράκτιες περιοχές, τις υποδομές και συνολικά την ποιότητα ζωής. Η απώλεια υγρασίας του εδάφους, οι αλλαγές στις χρήσεις γης, η εγκατάλειψη αγροτικών και ορεινών περιοχών, καθώς και οι επιπτώσεις των πυρκαγιών αυξάνουν την ευαισθησία των εδαφών στην υποβάθμιση και στην ερημοποίηση, δηλαδή τη σταδιακή απώλεια της παραγωγικής τους ικανότητας και της δυνατότητάς τους να στηρίζουν τη φυσική βλάστηση και τη γεωργική δραστηριότητα.

Ως νησιώτικο κράτος, η Κύπρος παρουσιάζει αυξημένη ευπάθεια σε αυτές τις επιπτώσεις, ιδιαίτερα σε ζητήματα που αφορούν στο νερό, τη διάβρωση των ακτών και τις υποδομές. Ήδη καταγράφονται ενδείξεις αλλαγών στους κύκλους ζωής φυτικών και ζωικών οργανισμών και στους οικοτόπους.

Η προστασία και διαχείριση της γης, του νερού και της βιοποικιλότητας απαιτεί ολοκληρωμένο σχεδιασμό ως προς τις χρήσεις του εδάφους, τη διαχείριση των υδάτων, τις περιοχές Natura 2000 και την περιβαλλοντική παρακολούθηση, με μεγαλύτερη αξιοποίηση επιστημονικών δεδομένων στη λήψη αποφάσεων. Η ενίσχυση λύσεων βασισμένων στη φύση, η προστασία της εδαφικής γονιμότητας και η αποκατάσταση υποβαθμισμένων περιοχών αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους για την προσαρμογή της χώρας στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

Ωστόσο, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Κύπρος δεν αφορούν αποκλειστικά στο φυσικό περιβάλλον. Οι κλιματικές πιέσεις επηρεάζουν πλέον άμεσα τη δημόσια υγεία, την ενεργειακή ασφάλεια, την αγροτική παραγωγή, την πολιτική προστασία, τις συνθήκες διαβίωσης, τον χωροταξικό σχεδιασμό και συνολικά τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα της χώρας, καθιστώντας αναγκαία τη διατήρηση ισορροπίας μεταξύ περιβαλλοντικής προστασίας, κοινωνικής συνοχής και οικονομικής ανάπτυξης με όρους αειφορίας.

Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η συνεχιζόμενη κατοχή από το 1974 και η απουσία αποτελεσματικού ελέγχου σε περίπου 36% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας δημιουργούν πρόσθετες δυσκολίες στον συνολικό περιβαλλοντικό σχεδιασμό και στη διαχείριση της φυσικής κληρονομιάς και των περιοχών προστασίας, ιδιαίτερα καθώς οι φυσικές διεργασίες και γενικά τα οικοσυστήματα λειτουργούν ως ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο.

Οι προκλήσεις αυτές αναδεικνύουν την ανάγκη ενίσχυσης της περιβαλλοντικής και κλιματικής διακυβέρνησης ως προτεραιότητα που συνδέεται άμεσα με τη βιωσιμότητα, την ανθεκτικότητα και τη συνολική προοπτική της χώρας. Στο ίδιο πλαίσιο, επαναφέρεται η συζήτηση γύρω από το κατά πόσο η δημιουργία Υφυπουργείου Κλιματικής Αλλαγής και Βιώσιμης Ανάπτυξης θα μπορούσε να ενισχύσει τον οριζόντιο συντονισμό για ζητήματα που πλέον επηρεάζουν το σύνολο σχεδόν της δημόσιας πολιτικής και του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας. Και σαφώς, η αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών προϋποθέτει συνεργασία και συνέργειες μεταξύ κράτους, τοπικής αυτοδιοίκησης, επιστημονικής και ακαδημαϊκής κοινότητας, φορέων και κοινωνίας των πολιτών.

Η φετινή Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος μάς καλεί να ανταποκριθούμε στα ολοένα πιο έντονα σημάδια της περιβαλλοντικής και κλιματικής κρίσης. Αυτή είναι η στιγμή να δράσουμε με μεγαλύτερη συνέπεια και ευθύνη ως κράτος, ως κοινωνία και ως πολίτες.

(ΑΣΠ/ΓΣ/ΝΖ)

Share This Article