Μπορεί το ίδιο ακριβώς φαγητό να επηρεάζει διαφορετικά το σάκχαρό μας ανάλογα με το αν τρώμε μόνοι ή μαζί με τον άνθρωπό μας;
Μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Science Advances δείχνει πως ίσως ναι, ανοίγοντας έναν μάλλον απρόσμενο δρόμο στη μελέτη της σχέσης ανάμεσα στις κοινωνικές επαφές και τη λειτουργία του ανθρώπινου σώματος.
Ερευνητές από το Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ και το Sheba Medical Center διαπίστωσαν ότι υγιείς ενήλικες εμφάνιζαν μικρότερη συνολική μεταγευματική απόκριση της γλυκόζης όταν έτρωγαν παρουσία του συντρόφου τους, σε σύγκριση με όταν έτρωγαν μόνοι.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε ηλεκτρονικά στις 23 Σεπτεμβρίου και φέρει τον τίτλο Social Physiology: Human homeostasis is more efficient in social proximity.
Το ίδιο ψωμί, δύο διαφορετικές συνθήκες
Στο πείραμα για τη γλυκόζη συμμετείχαν 108 υγιείς ενήλικες, δηλαδή 54 ζευγάρια. Οι συμμετέχοντες ήταν σε μονογαμικές ετεροφυλοφιλικές σχέσεις διάρκειας τουλάχιστον εννέα μηνών και δεν είχαν διαβήτη ή προδιαβήτη.
Κάθε συμμετέχων υποβλήθηκε στην ίδια δοκιμασία δύο φορές: μία μόνος του και μία παρουσία του συντρόφου του. Η σειρά των δύο δοκιμών καθορίστηκε τυχαία.
Και στις δύο περιπτώσεις κατανάλωσε 102 γραμμάρια λευκού ψωμιού, ποσότητα που αντιστοιχούσε σε 50 γραμμάρια διαθέσιμων υδατανθράκων.
Οι ερευνητές μετρούσαν στη συνέχεια τη γλυκόζη στο αίμα πριν από το γεύμα και στα 15, 30, 45, 60, 90 και 120 λεπτά μετά την κατανάλωσή του.
Το φαγητό ήταν λοιπόν το ίδιο. Αυτό που άλλαζε ήταν η παρέα.
Περίπου 14,6% χαμηλότερη συνολική απόκριση
Όταν οι επιστήμονες συνέκριναν την αντίδραση του ίδιου ανθρώπου στις δύο διαφορετικές συνθήκες, διαπίστωσαν ότι η συνολική μεταγευματική απόκριση της γλυκόζης —όπως μετρήθηκε από την επιφάνεια κάτω από την καμπύλη— ήταν κατά μέσο όρο 14,55% χαμηλότερη όταν ο σύντροφος ήταν παρών.
Η άνοδος της γλυκόζης ήταν μικρότερη και η επαναφορά προς τα αρχικά επίπεδα ταχύτερη. Η διαφορά ήταν στατιστικά σημαντική, αν και το μέγεθος της επίδρασης χαρακτηρίζεται σχετικά μέτριο.
Σε μια δεύτερη ανάλυση, κατά την οποία συγκρίθηκαν δύο διαφορετικές ομάδες συμμετεχόντων, η διαφορά έφτασε το 23,9%. Ωστόσο, η σύγκριση του ίδιου ατόμου όταν ήταν μόνο και όταν βρισκόταν με τον σύντροφό του αποτελεί την πιο άμεση βάση για την εκτίμηση του αποτελέσματος.
Δεν φαίνεται να είναι απλώς επειδή χαλαρώνουμε
Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι ερευνητές προσπάθησαν να διαπιστώσουν εάν το αποτέλεσμα εξηγείται απλώς από το ότι αισθανόμαστε λιγότερο στρες όταν βρισκόμαστε κοντά σε έναν οικείο άνθρωπο.
Οι μετρήσεις της ηλεκτροδερμικής δραστηριότητας, την οποία χρησιμοποίησαν ως δείκτη φυσιολογικού στρες, δεν έδειξαν ότι η μείωση του στρες εξηγούσε τη διαφορά στη γλυκόζη. Το αποτέλεσμα παρέμεινε ακόμη και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη αυτόν τον παράγοντα.
Ούτε η σωματική επαφή φαίνεται να δίνει από μόνη της την απάντηση. Τα ζευγάρια μπορούσαν να μιλούν και να αγγίζονται φυσιολογικά κατά τη διάρκεια του πειράματος, όμως στην περίπτωση της γλυκόζης δεν βρέθηκε σαφής σύνδεση ανάμεσα στην ποσότητα της σωματικής επαφής και στο αποτέλεσμα.
Οι επιστήμονες μιλούν για τη λεγόμενη «κοινωνική φυσιολογία», την ιδέα δηλαδή ότι η παρουσία ενός στενού κοινωνικού δεσμού μπορεί να επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο το σώμα διατηρεί την ομοιόστασή του.
Δεν ήταν μόνο το σάκχαρο
Για να εξετάσουν αν το φαινόμενο περιορίζεται στον μεταβολισμό της γλυκόζης, οι ερευνητές πραγματοποίησαν και άλλα πειράματα.
Σε 116 ενήλικες εξέτασαν την αντίδραση του οργανισμού στο κρύο, ενώ σε 115 ενήλικες μελέτησαν τη φυσιολογική αντίδραση σε στρεσογόνο ερέθισμα. Παρόμοιο πείραμα πραγματοποιήθηκε και σε 56 βρέφη παρουσία ή απουσία της μητέρας τους.
Και σε αυτές τις δοκιμές, η παρουσία του στενού κοινωνικού προσώπου συνδέθηκε συνολικά με αποτελεσματικότερη ρύθμιση της φυσιολογικής απόκρισης.
Δεν σημαίνει ότι η παρέα… θεραπεύει το σάκχαρο
Οι ίδιοι οι περιορισμοί της μελέτης είναι σημαντικοί.
Το πείραμα της γλυκόζης έγινε σε υγιείς ενήλικες χωρίς διαβήτη ή προδιαβήτη, σε εργαστηριακό περιβάλλον και με μία συγκεκριμένη δοκιμασία υδατανθράκων. Επομένως, τα αποτελέσματα δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτομάτως σε ανθρώπους με διαβήτη ούτε αποδεικνύουν ότι το να τρώει κανείς με παρέα έχει μακροχρόνια επίδραση στον γλυκαιμικό έλεγχο.
Επιπλέον, οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι δεν ωφελούνται όλοι με τον ίδιο τρόπο από την κοινωνική παρουσία: σε ορισμένους συμμετέχοντες το αποτέλεσμα ήταν μικρό, ενώ σε κάποιους η φυσιολογική ρύθμιση ήταν ακόμη και λιγότερο αποτελεσματική όταν βρισκόταν κοντά τους ο σύντροφος.
Η έρευνα επομένως δεν αλλάζει τις γνωστές συμβουλές για τη διατροφή, την άσκηση ή την αντιμετώπιση του διαβήτη.
Προσθέτει όμως ένα ενδιαφέρον κομμάτι σε μια πολύ μεγαλύτερη εικόνα: ίσως το σώμα μας να μην λειτουργεί τόσο «ατομικά» όσο συνηθίζαμε να πιστεύουμε — και οι άνθρωποι γύρω μας να αποτελούν μέρος και της φυσιολογίας μας, όχι μόνο της κοινωνικής μας ζωής.