Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκονται οι έρευνες των αρμόδιων υπηρεσιών για την υπόθεση λεγεωνέλλωσης σε νεογνό 20 ημερών, το οποίο εξακολουθεί να νοσηλεύεται διασωληνωμένο στο Μακάρειο Νοσοκομείο. Οι εργαστηριακές εξετάσεις επιβεβαίωσαν την παρουσία του βακτηρίου σε δύο σημεία του δικτύου ύδρευσης ιδιωτικού νοσηλευτηρίου στη Λευκωσία, χωρίς ωστόσο να έχει εξακριβωθεί μέχρι στιγμής η ακριβής πηγή μόλυνσης του παιδιού.
Μιλώντας τη Δευτέρα (19/10) στην εκπομπή «Πρώτη Ενημέρωση» του ΡΙΚ, ο Υπουργός Υγείας, Νεόφυτος Χαραλαμπίδης, ανέφερε ότι συνεχίζονται οι εργαστηριακοί και περιβαλλοντικοί έλεγχοι, προκειμένου να διαπιστωθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες το νεογνό προσβλήθηκε από το βακτήριο.
Η υπόθεση έγινε γνωστή την Παρασκευή 16 Οκτωβρίου και οδήγησε στην προσωρινή αναστολή λειτουργίας του ιδιωτικού νοσηλευτηρίου στο οποίο γεννήθηκε το παιδί.
Θετικά δείγματα σε δύο σημεία του δικτύου ύδρευσης
Σύμφωνα με τον Υπουργό Υγείας, τα αρχικά εργαστηριακά αποτελέσματα επιβεβαίωσαν την παρουσία του βακτηρίου Legionella pneumophila σε δύο σημεία του δικτύου ύδρευσης της κλινικής.
Η ανίχνευση του βακτηρίου κινητοποίησε τις αρμόδιες υγειονομικές υπηρεσίες, οι οποίες αποφάσισαν, για προληπτικούς λόγους, την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας του νοσηλευτηρίου.
Η αναστολή θα παραμείνει σε ισχύ μέχρι να ολοκληρωθούν οι πρόσθετες εξετάσεις και να αξιολογηθούν τα αποτελέσματά τους.
Τα νεογνά που βρίσκονταν στο νοσηλευτήριο μεταφέρθηκαν σε άλλες μονάδες, ενώ ενισχύθηκε η επιδημιολογική επιτήρηση.
Σε κρίσιμη κατάσταση το νεογνό
Το βρέφος εξακολουθεί να νοσηλεύεται στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών του Μακάρειου Νοσοκομείου, με μηχανική υποστήριξη της αναπνοής.
Σύμφωνα με προηγούμενη ενημέρωση του εκπροσώπου Τύπου του ΟΚΥπΥ, Χαράλαμπου Χαριλάου, προς το Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων, η κατάσταση της υγείας του παιδιού χαρακτηρίζεται κρίσιμη.
Το νεογνό λαμβάνει την ενδεδειγμένη θεραπευτική αγωγή και παρακολουθείται στενά από τους θεράποντες ιατρούς.
Έλεγχοι και στην κατοικία της οικογένειας
Παρά τα θετικά αποτελέσματα από το δίκτυο ύδρευσης του ιδιωτικού νοσηλευτηρίου, η ακριβής εστία μόλυνσης δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί.
Όπως ανέφερε στο ΡΙΚ ο μικροβιολόγος Μιχάλης Μένδρης, έχουν ληφθεί δείγματα και από το δίκτυο ύδρευσης της κατοικίας όπου διέμενε το νεογνό.
Η διερεύνηση επεκτείνεται, επομένως, πέραν των εγκαταστάσεων της κλινικής, ώστε να εντοπιστεί η πιθανή πηγή έκθεσης στο βακτήριο.
Η παρουσία λεγεωνέλλας στο δίκτυο ύδρευσης του νοσηλευτηρίου αποτελεί σημαντικό εργαστηριακό εύρημα, δεν συνιστά όμως από μόνη της οριστική απόδειξη ότι η μόλυνση του παιδιού προήλθε από το συγκεκριμένο περιβάλλον.
Επικοινωνία με γονείς – Δεν εντοπίστηκε άλλο επιβεβαιωμένο περιστατικό
Ο Νεόφυτος Χαραλαμπίδης ανέφερε ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες έχουν επικοινωνήσει με τους γονείς των βρεφών που νοσηλεύτηκαν στην ίδια μονάδα.
Μέχρι στιγμής δεν έχει εντοπιστεί άλλο επιβεβαιωμένο περιστατικό λεγεωνέλλωσης που να συνδέεται με το νοσηλευτήριο.
Παράλληλα, έχουν ενημερωθεί οι αρμόδιες νοσοκομειακές μονάδες και οι παιδίατροι, ώστε να υπάρχει αυξημένη επαγρύπνηση για πιθανή εμφάνιση νέων περιστατικών.
Στο μικροσκόπιο και οι διαδικασίες ελέγχου
Πέραν της αναζήτησης της πηγής μόλυνσης, οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν και τις διαδικασίες πρόληψης που εφαρμόζονται στα νοσηλευτήρια.
Ο Υπουργός Υγείας δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο επαναξιολόγησης της συχνότητας των σχετικών επιθεωρήσεων, ανάλογα με τα ευρήματα της διερεύνησης.
Στόχος είναι να διαπιστωθεί κατά πόσο απαιτούνται πρόσθετα μέτρα ελέγχου και πρόληψης, ιδιαίτερα σε χώρους όπου νοσηλεύονται νεογνά και άλλοι ευάλωτοι ασθενείς.
Τι είναι η λεγεωνέλλωση και πώς μεταδίδεται
Η λεγεωνέλλωση είναι βακτηριακή λοίμωξη που προκαλείται από βακτήρια του γένους Legionella, τα οποία μπορούν να αναπτυχθούν σε συστήματα νερού.
Η μετάδοση γίνεται κυρίως με την εισπνοή πολύ μικρών σταγονιδίων μολυσμένου νερού, όπως αυτά που μπορεί να δημιουργούνται από ντους ή άλλες εγκαταστάσεις ύδρευσης.
Το Υπουργείο Υγείας διευκρινίζει ότι η νόσος δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Η διερεύνηση της συγκεκριμένης υπόθεσης συνεχίζεται, με τις αρμόδιες υπηρεσίες να αναμένουν τα αποτελέσματα των πρόσθετων εργαστηριακών και περιβαλλοντικών ελέγχων, προκειμένου να εξακριβωθεί η πηγή της μόλυνσης και να αξιολογηθεί η επάρκεια των μέτρων προστασίας.