Στο τραπέζι παραμένει η πρόταση του Προέδρου της Δημοκρατίας, Νίκου Χριστοδουλίδη, για την περίκλειστη περιοχή της Αμμοχώστου, παρά την αρχική απόρριψή της από την τουρκοκυπριακή πλευρά. Την ίδια ώρα, η Λευκωσία επαναφέρει την ανάγκη αυστηρής τήρησης του στάτους κβο στη νεκρή ζώνη, ενόψει της νέας συνάντησης των δύο ηγετών την Τρίτη 27 Οκτωβρίου.
Οι εξελίξεις καταγράφονται σε μια περίοδο αυξημένης διπλωματικής κινητικότητας, με την προσπάθεια επανέναρξης των διαπραγματεύσεων να παραμένει αντιμέτωπη με σημαντικές διαφωνίες.
Σαφές μήνυμα για το στάτους κβο στη νεκρή ζώνη
Κατά τη συνάντησή του τη Δευτέρα με τον επικεφαλής της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, Κασίμ Ντιάν, ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης υπογράμμισε την ανάγκη να μην υπάρξει οποιαδήποτε παραβίαση του υφιστάμενου καθεστώτος στη νεκρή ζώνη.
Σύμφωνα με τον Κυβερνητικό Εκπρόσωπο, Κωνσταντίνο Λετυμπιώτη, η ελληνοκυπριακή πλευρά αναμένει από τα Ηνωμένα Έθνη να διασφαλίζουν την τήρηση των όρων που διέπουν τη λειτουργία της περιοχής, αποτρέποντας ενέργειες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το στάτους κβο.
Η νεκρή ζώνη τελεί υπό την επιτήρηση της ειρηνευτικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών, με την ΟΥΝΦΙΚΥΠ να έχει την ευθύνη παρακολούθησης της κατάπαυσης του πυρός και διατήρησης της σταθερότητας.
Στις σημερινές δηλώσεις δεν προσδιορίστηκε κάποιο νέο συγκεκριμένο περιστατικό παραβίασης, με τη σχετική τοποθέτηση της κυβέρνησης να επικεντρώνεται στην ανάγκη πρόληψης και αποφυγής ενεργειών που ενδέχεται να δημιουργήσουν πρόσθετη ένταση.
Αμμόχωστος: Η πρόταση παραμένει παρά την απόρριψη
Σημαντικό μέρος της σημερινής πολιτικής δραστηριότητας επικεντρώθηκε στην περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου, μετά τη συνάντηση του Προέδρου της Δημοκρατίας με τον δήμαρχο Σίμο Ιωάννου και μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης ξεκαθάρισε ότι η πρόταση που έχει υποβάλει στον Τουρκοκύπριο ηγέτη Τουφάν Έρχιουρμαν εξακολουθεί να βρίσκεται στο τραπέζι, παρά την αρνητική αρχική ανταπόκριση.
Η πρόταση προβλέπει την υπαγωγή της περίκλειστης περιοχής της Αμμοχώστου στη διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών, με προοπτική επιστροφής των νόμιμων κατοίκων της, σε συνδυασμό με τη λειτουργία του λιμανιού της πόλης υπό ευρωπαϊκή εποπτεία, ώστε να καταστεί δυνατή η διεξαγωγή απευθείας εμπορίου.
Η κυβερνητική πλευρά θεωρεί ότι μια τέτοια διευθέτηση θα μπορούσε να αποτελέσει ουσιαστικό μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης και να συμβάλει στη δημιουργία ευνοϊκότερων συνθηκών για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διευκρίνισε ότι η σημερινή πρόταση δεν αποτελεί απλή επανάληψη παλαιότερων πρωτοβουλιών, παρότι αξιοποιεί στοιχεία προηγούμενων συζητήσεων.
Παράλληλα, ζήτησε από τον Δήμο Αμμοχώστου να συμβάλει στον εμπλουτισμό και την περαιτέρω επεξεργασία της πρότασης, ώστε να διερευνηθούν δυνατότητες υπέρβασης των αντιρρήσεων της άλλης πλευράς.
Γιατί απορρίπτει την πρόταση ο Έρχιουρμαν
Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης έχει ήδη εκφράσει δημόσια την αντίθεσή του, χαρακτηρίζοντας τη συγκεκριμένη διευθέτηση μη ισορροπημένη.
Ο Τουφάν Έρχιουρμαν υποστηρίζει ότι η λειτουργία του λιμανιού της Αμμοχώστου υπό ευρωπαϊκή εποπτεία δεν ισοδυναμεί με εφαρμογή του κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το απευθείας εμπόριο με την τουρκοκυπριακή κοινότητα.
Κατά την άποψή του, το ζητούμενο δεν είναι το άνοιγμα ενός λιμανιού που ήδη λειτουργεί, αλλά η δυνατότητα απευθείας εμπορικών συναλλαγών με την Ευρωπαϊκή Ένωση υπό το ευρύτερο πλαίσιο που επιδιώκει η τουρκοκυπριακή πλευρά.
Έχει επίσης επισημάνει ότι παρόμοια πρόταση είχε συζητηθεί το 2006, κατά την περίοδο της ηγεσίας του Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, χωρίς να γίνει αποδεκτή.
Από την πλευρά της, η Λευκωσία επιμένει ότι στόχος δεν πρέπει να είναι η οριστική απόρριψη των εισηγήσεων, αλλά η εξέταση των επιφυλάξεων και η αναζήτηση κοινά αποδεκτών προσαρμογών.
Ο Δήμος Αμμοχώστου ζητά ουσιαστική κινητικότητα
Μετά τη συνάντηση στο Προεδρικό, ο δήμαρχος Αμμοχώστου, Σίμος Ιωάννου, εξέφρασε την εκτίμηση ότι το άνοιγμα της περίκλειστης πόλης θα μπορούσε να αποφέρει οφέλη και στις δύο κοινότητες.
Διευκρίνισε ότι ενδεχόμενη συμφωνία δεν θα οδηγούσε σε άμεση επιστροφή των κατοίκων, καθώς θα προηγείτο μεταβατική περίοδος υπό τη διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών.
Ο ίδιος ανέφερε ότι ο Δήμος θα εξετάσει τρόπους ενίσχυσης της πρότασης και ενημέρωσης της τουρκοκυπριακής κοινότητας.
Παράλληλα, εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι η προσωπική απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Μαρία Άνχελα Ολγκίν, δεν έχει ανταποκριθεί, σύμφωνα με τον ίδιο, σε αίτημα συνάντησης που εκκρεμεί εδώ και έναν χρόνο.
Η Ολγκίν επισημαίνει την έλλειψη προόδου
Την ίδια ώρα, η Μαρία Άνχελα Ολγκίν, σε συνέντευξή της στην εφημερίδα «Αλήθεια», ανέδειξε τις δυσκολίες που εξακολουθούν να εμποδίζουν την ουσιαστική πρόοδο στο Κυπριακό.
Όπως επισήμανε, οι δύο πλευρές γνωρίζουν τα συμφέροντά τους και αντιλαμβάνονται πώς θα μπορούσαν να συμβιβαστούν, ωστόσο διαπιστώνεται έλλειψη επαρκούς πολιτικής βούλησης για αντιμετώπιση των πιο δύσκολων ζητημάτων.
Σημείωσε επίσης ότι, με βάση την ενημέρωση που διαθέτει, δεν έχει επιτευχθεί πρόοδος ούτε στο ζήτημα των νέων σημείων διέλευσης ούτε σε άλλα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Αναφερόμενη στις επτά προτάσεις της τουρκοκυπριακής πλευράς και στις δεκαεννέα εισηγήσεις του Προέδρου Χριστοδουλίδη, υπογράμμισε ότι η ουσία δεν βρίσκεται στον αριθμό των προτάσεων, αλλά στην ικανότητα των ηγετών να συμφωνούν και να εφαρμόζουν όσα συμφωνούνται.
Κρίσιμο το νέο τετ α τετ της Τρίτης
Η προσοχή στρέφεται πλέον στη συνάντηση Χριστοδουλίδη – Έρχιουρμαν, η οποία έχει προγραμματιστεί για την Τρίτη 27 Οκτωβρίου, στις 09:00, υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών.
Στην ατζέντα αναμένεται να βρεθούν οι προτάσεις των δύο πλευρών, τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και η προοπτική επανέναρξης ουσιαστικών διαπραγματεύσεων.
Μετά τη συνάντηση, οι δύο ηγέτες θα έχουν κοινή επαφή με τις Τεχνικές Επιτροπές Νεολαίας και Πολιτιστικής Κληρονομιάς, καθώς και με τη Συντονιστική Επιτροπή του Συμβουλευτικού Σώματος της Κοινωνίας των Πολιτών.
Η προσωπική απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα αναμένεται να επιστρέψει στην Κύπρο στις 29 Οκτωβρίου, ενώ έχει προγραμματιστεί νέα τριμερής συνάντηση στις 9 Νοεμβρίου.
Παρά τη συνέχιση των επαφών, οι διαφωνίες στο περιεχόμενο των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης και στη μεθοδολογία των συνομιλιών παραμένουν σημαντικές.
Το επόμενο διάστημα θα δείξει κατά πόσο η διατήρηση των διαύλων επικοινωνίας μπορεί να οδηγήσει σε απτά αποτελέσματα ή εάν η διαδικασία θα συνεχίσει να κινείται σε επίπεδο ανταλλαγής προτάσεων, χωρίς ουσιαστική σύγκλιση.