Ερωτήματα για τη διατροφική ισορροπία, την ποιότητα των γευμάτων και τη διαχείριση των δημόσιων πόρων προέκυψαν κατά τη σημερινή συνεδρία της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ελέγχου, η οποία εξέτασε την έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας για τη σίτιση των εθνοφρουρών. Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε η διαπίστωση ότι οι στρατιώτες που λαμβάνουν έτοιμες μερίδες καταναλώνουν κρέας σε εννέα από τα δεκατέσσερα μεσημεριανά και βραδινά γεύματα της εβδομάδας, ενώ η επιστημονική αξιολόγηση του διατροφικού προγράμματος δεν έχει επικαιροποιηθεί από το 2019.
Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 29 Οκτωβρίου, με τη συμμετοχή εκπροσώπων της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, της Εθνικής Φρουράς και αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών.
Στο επίκεντρο βρέθηκαν όχι μόνο οι διατροφικές επιλογές που προσφέρονται στους στρατιώτες, αλλά και η οικονομική διαχείριση ενός συστήματος για το οποίο το κράτος δαπάνησε περισσότερα από 9,5 εκατομμύρια ευρώ το 2025.
Επτά, οκτώ ή εννέα γεύματα με κρέας, ανάλογα με το σύστημα σίτισης
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην Επιτροπή, η συχνότητα κατανάλωσης κρέατος διαφοροποιείται ανάλογα με τον τρόπο παρασκευής και διάθεσης των γευμάτων.
Οι εθνοφρουροί που τρώνε από τα μαγειρεία των στρατιωτικών μονάδων λαμβάνουν κρέας επτά φορές την εβδομάδα.
Όσοι σιτίζονται με κατεψυγμένες μερίδες λαμβάνουν κρέας οκτώ φορές, ενώ για τους στρατιώτες που εξυπηρετούνται με έτοιμα γεύματα ο αριθμός ανέρχεται στις εννέα.
Τα στοιχεία αφορούν συνολικά δεκατέσσερα γεύματα και δείπνα εβδομαδιαίως και όχι το σύνολο της ημερήσιας διατροφής.
Η συχνότητα αυτή προκάλεσε προβληματισμό μεταξύ βουλευτών, ιδιαίτερα σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η τελευταία διατροφική αξιολόγηση του μενού πραγματοποιήθηκε το 2019.
Από πλευράς των αρμόδιων υπηρεσιών αναφέρθηκε ότι θα συγκληθεί εκ νέου η αρμόδια επιτροπή, προκειμένου να αξιολογηθεί το πρόγραμμα και να εξεταστούν ενδεχόμενες αλλαγές.
Πάνω από 9,5 εκατομμύρια ευρώ ετησίως για τη σίτιση
Ο διευθυντής Ελέγχου της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, Άκης Κίκας, έθεσε κατά τη συνεδρίαση το ζήτημα του οικονομικού κόστους, τονίζοντας την ανάγκη αποτελεσματικής διαχείρισης των χρημάτων των φορολογουμένων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, το 44% των οπλιτών σιτίζεται με έτοιμα γεύματα από εταιρεία εστίασης, κυρίως στις επαρχίες Λευκωσίας, Λάρνακας και Αμμοχώστου.
Ένα ποσοστό 10% λαμβάνει κατεψυγμένες μερίδες, κυρίως σε απομακρυσμένα φυλάκια, ενώ το υπόλοιπο 46% εξυπηρετείται από τα μαγειρεία των στρατιωτικών μονάδων.
Το κόστος των έτοιμων μερίδων ανέρχεται στα 7,52 ευρώ ανά οπλίτη ημερησίως, χωρίς ΦΠΑ.
Για τα μαγειρεία των μονάδων, η Ελεγκτική Υπηρεσία παρουσίασε ενδεικτική εκτίμηση κόστους 8,15 ευρώ ανά οπλίτη ημερησίως, διευκρινίζοντας ότι δεν πρόκειται για οριστικά επιβεβαιωμένο υπολογισμό.
Φαγητό που παραγγέλλεται αλλά δεν καταναλώνεται
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που συζητήθηκαν αφορά τις ποσότητες φαγητού που παραμένουν αδιάθετες.
Στην έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας είχαν καταγραφεί περιπτώσεις στις οποίες οι παραγγελίες γευμάτων για συγκεκριμένα φυλάκια υπερέβαιναν τις πραγματικές ανάγκες κατά 42% για το μεσημεριανό και 40% για το βραδινό.
Μάλιστα, σε δύο επιμέρους περιπτώσεις φυλακίων είχαν εντοπιστεί ακόμη μεγαλύτερες αποκλίσεις από τον πραγματικό αριθμό των παρόντων οπλιτών.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία εκτίμησε ότι η καλύτερη αξιοποίηση των συμβατικών δυνατοτήτων για περιορισμό των παραγγελιών θα μπορούσε, βάσει συγκεκριμένου σεναρίου, να εξοικονομήσει περίπου 10.000 ευρώ εβδομαδιαίως.
Το ποσό αποτελεί ενδεικτική δυνατότητα εξοικονόμησης και όχι καταγεγραμμένη ετήσια ζημιά.
Κατά τη συνεδρία, ο βουλευτής του ΑΚΕΛ Νίκος Κέττηρος ζήτησε ακριβή καταγραφή του κόστους της σπατάλης, προκειμένου να διαπιστωθεί το πραγματικό οικονομικό της μέγεθος.
Από την πλευρά της Εθνικής Φρουράς αναφέρθηκε ότι έχουν ήδη ληφθεί μέτρα για καλύτερο προγραμματισμό των παραγγελιών.
Το 73% των στρατιωτών αποφεύγει συγκεκριμένα φαγητά
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απαντήσεις των ίδιων των εθνοφρουρών στην έρευνα της Ελεγκτικής Υπηρεσίας.
Στο πλαίσιο του ελέγχου συμπληρώθηκαν 1.106 ερωτηματολόγια από οπλίτες.
Από την επεξεργασία των απαντήσεων διαπιστώθηκε ότι το 73% αποφεύγει ή δεν καταναλώνει συγκεκριμένα φαγητά που προσφέρονται από την Εθνική Φρουρά.
Οι βασικότεροι λόγοι σχετίζονται με την ποιότητα, τη γεύση, τον τρόπο παρασκευής και την αποδοχή συγκεκριμένων διατροφικών επιλογών.
Παράλληλα, το 69% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι καταφεύγει περιστασιακά ή καθημερινά στα ΚΨΜ, δηλαδή στα κυλικεία των στρατοπέδων, για να καλύψει τις διατροφικές του ανάγκες.
Επιπλέον, το 41% ανέφερε ότι καταναλώνει φαγητό που προμηθεύεται εκτός στρατοπέδου.
Τα ευρήματα αναδεικνύουν μια σημαντική αντίφαση: παρά τις υψηλές κρατικές δαπάνες, μεγάλο ποσοστό στρατιωτών αναζητεί εναλλακτικές επιλογές σίτισης.
Γεύματα σε θερμοκρασίες κάτω από τα προβλεπόμενα όρια
Η έκθεση του Σεπτεμβρίου είχε καταγράψει και αδυναμίες στους ελέγχους ασφαλείας των τροφίμων.
Σε αιφνιδιαστικό έλεγχο στις 22 Ιανουαρίου 2026, ενώ στα δελτία παραλαβής εμφανιζόταν θερμοκρασία 65 βαθμών Κελσίου, οι μετρήσεις της Ελεγκτικής Υπηρεσίας με πιστοποιημένο θερμόμετρο κατέγραψαν χαμηλότερες θερμοκρασίες στα γεύματα.
Συγκεκριμένα, το χοιρινό μετρήθηκε σε θερμοκρασίες από 35 έως 45,2 βαθμούς και οι πατάτες από 20 έως 50,2 βαθμούς Κελσίου.
Το συμβατικό ελάχιστο όριο για τη διατήρηση ζεστών γευμάτων είναι οι 60 βαθμοί.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία επισήμανε ότι οι συγκεκριμένες αποκλίσεις δημιουργούν κινδύνους για την ασφάλεια των τροφίμων, καθώς ευνοούν την ανάπτυξη μικροοργανισμών.
Ένας στους τέσσερις ανέφερε γαστρεντερικές ενοχλήσεις
Στην ίδια έρευνα, περίπου ένας στους τέσσερις οπλίτες δήλωσε ότι είχε παρουσιάσει ήπια προβλήματα υγείας, κυρίως γαστρεντερικές ενοχλήσεις, τις οποίες ο ίδιος συνέδεε με τη σίτισή του.
Πρόκειται για αυτοαναφορές των συμμετεχόντων και όχι για ιατρικά επιβεβαιωμένη σύνδεση μεταξύ των γευμάτων και συγκεκριμένων περιστατικών ασθένειας.
Το εύρημα αξιολογήθηκε από την Ελεγκτική Υπηρεσία ως σημαντική ένδειξη προβληματισμού για την αντιλαμβανόμενη ποιότητα και υγιεινή του συσσιτίου.
Τέσσερα στρατιωτικά μαγειρεία χωρίς επαγγελματία μάγειρα
Κατά τη συνεδρίαση επανήλθε και το ζήτημα της στελέχωσης των στρατιωτικών μαγειρείων.
Από τα 17 ενεργά μαγειρεία της Εθνικής Φρουράς, τα τέσσερα λειτουργούν χωρίς επαγγελματία μάγειρα, παρότι συνολικά υπηρετούν 21 επαγγελματίες μάγειρες.
Οι βουλευτές ζήτησαν διευκρινίσεις για τον τρόπο κατανομής του προσωπικού και κατά πόσο η απουσία επαγγελματία μάγειρα επηρεάζει την ποιότητα του φαγητού.
Εκπρόσωποι της Εθνικής Φρουράς διευκρίνισαν ότι στα συγκεκριμένα μαγειρεία επιλέγονται οπλίτες με σχετικές γνώσεις και εμπειρία.
Υποστήριξαν επίσης ότι η απουσία επαγγελματία μάγειρα δεν συνεπάγεται αυτομάτως χαμηλότερη ποιότητα.
Ερωτήματα για τα αποθέματα σε περίπτωση πολέμου
Μια ακόμη πτυχή της συζήτησης αφορούσε την επάρκεια των αποθεμάτων τροφίμων σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.
Ο βουλευτής του ΔΗΣΥ Νίκος Γεωργίου και ο πρόεδρος της Επιτροπής Ελέγχου Ζαχαρίας Κουλίας ζήτησαν να ενημερωθούν για τον σχεδιασμό της Εθνικής Φρουράς σε περίπτωση πολέμου ή διακοπής των συνηθισμένων αλυσίδων προμήθειας.
Από πλευράς Εθνικής Φρουράς διευκρινίστηκε ότι υπάρχει ξεχωριστό σύστημα προμήθειας και διατήρησης αποθεμάτων για περιόδους κρίσης.
Το συγκεκριμένο σύστημα λειτουργεί ανεξάρτητα από τις συμβάσεις που αφορούν την καθημερινή σίτιση των στρατιωτών.
Αναγνώριση βελτιώσεων, αλλά και ανάγκη νέων παρεμβάσεων
Παρά τις επισημάνσεις για αδυναμίες, οι βουλευτές αναγνώρισαν ότι τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί πρόοδος στην οργάνωση της σίτισης των εθνοφρουρών.
Εκπρόσωποι της Εθνικής Φρουράς ανέφεραν ότι ορισμένα από τα προβλήματα που κατέγραψε η Ελεγκτική Υπηρεσία έχουν ήδη αντιμετωπιστεί, ενώ για άλλα βρίσκονται σε εξέλιξη διορθωτικές ενέργειες.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία έχει εισηγηθεί, μεταξύ άλλων, τη συστηματική επιστημονική αξιολόγηση των διατροφικών αναγκών των οπλιτών, τη βελτίωση των ελέγχων ποιότητας και ασφάλειας, τη δημιουργία αποτελεσματικότερων διαδικασιών παραγγελιών και την αναβάθμιση του μενού.
Η πρόκληση είναι διπλή: να διασφαλίζεται η επαρκής και ασφαλής διατροφή των εθνοφρουρών, αλλά και να αποφεύγεται η άσκοπη δαπάνη δημόσιων πόρων.
Με τη σίτιση της Εθνικής Φρουράς να ξεπερνά τα 9,5 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, η εφαρμογή των συστάσεων και η αποτελεσματικότητα των διορθωτικών μέτρων παραμένουν ζητήματα προς παρακολούθηση.