Οκτώ περιπτώσεις καταβολής επιδομάτων αιχμαλώτων πολέμου του 1974, οι οποίες δεν φαίνεται να δικαιολογούνται από τα διαθέσιμα στοιχεία, εντόπισε η Ελεγκτική Υπηρεσία. Η ειδική έκθεση, που δημοσιοποιήθηκε την Πέμπτη 29 Οκτωβρίου, αποκαλύπτει σημαντικές αδυναμίες στα κρατικά μητρώα, λανθασμένες καταχωρίσεις και ελλείψεις στις διαδικασίες πιστοποίησης των δικαιούχων.
Έξι περιπτώσεις χωρίς επαρκή τεκμηρίωση αιχμαλωσίας
Κατά το 2025, συνολικά 852 πρόσωπα έλαβαν τουλάχιστον ένα από τα ωφελήματα που σχετίζονται με την αιχμαλωσία κατά την τουρκική εισβολή του 1974.
Από την εξέταση 832 περιπτώσεων μέσω των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εντοπίστηκαν 15 πρόσωπα που δεν περιλαμβάνονταν ούτε στο Μητρώο Αιχμαλώτων του Υπουργείου Άμυνας ούτε στο αντίστοιχο αρχείο του Κυπριακού Ερυθρού Σταυρού.
Η περαιτέρω διερεύνηση κατέδειξε ότι έξι από αυτά είχαν πράγματι διατελέσει αιχμάλωτοι, αλλά δεν είχαν καταχωριστεί σωστά.
Άλλα τρία πρόσωπα είχαν συλληφθεί ως όμηροι πριν από την κατάταξή τους στην Εθνική Φρουρά και δικαιούνται σχετικό ωφέλημα, όχι όμως με την ιδιότητα του στρατεύσιμου αιχμαλώτου πολέμου.
Για τα υπόλοιπα έξι πρόσωπα δεν εντοπίστηκε επαρκής τεκμηρίωση αιχμαλωσίας. Μάλιστα, για δύο από αυτά δεν υπήρχαν στοιχεία ούτε για υπηρεσία στην Εθνική Φρουρά κατά την περίοδο της εισβολής.
Άλλες δύο περιπτώσεις με λανθασμένες καταχωρίσεις
Σε ξεχωριστό έλεγχο 77 περιπτώσεων στα στρατολογικά μητρώα, η Ελεγκτική Υπηρεσία εντόπισε δύο ακόμη προβληματικές περιπτώσεις.
Η πρώτη αφορά πρόσωπο που είχε καταταγεί στην Εθνική Φρουρά το 1974, κηρύχθηκε λιποτάκτης τον Απρίλιο του 1975 και συνελήφθη στη συνέχεια από τις τουρκικές κατοχικές δυνάμεις.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία επισημαίνει ότι, παρότι ενδέχεται να δικαιολογείται μηνιαίο επίδομα λόγω πρόσθετης στρατιωτικής υπηρεσίας, δεν δικαιολογείται η καταβολή του ειδικού εξαμηνιαίου επιδόματος για αιχμαλώτους της εισβολής του 1974.
Η δεύτερη περίπτωση αφορά πρόσωπο στο στρατολογικό μητρώο του οποίου είχαν καταχωριστεί κατά λάθος στοιχεία άλλου ατόμου, μεταξύ των οποίων και αναφορές σε αιχμαλωσία.
Παρότι οι λανθασμένες εγγραφές είχαν ακυρωθεί από το 1983, χρησιμοποιήθηκαν κατά την κατάρτιση του Μητρώου Αιχμαλώτων.
Ελλιπή στοιχεία σε περισσότερους από τους μισούς φακέλους του δείγματος
Η έκθεση διαπιστώνει ακόμη ότι σε 39 από τις 77 στρατολογικές περιπτώσεις που εξετάστηκαν απουσίαζαν βασικά στοιχεία, όπως η μονάδα υπηρεσίας ή οι ημερομηνίες έναρξης και λήξης της αιχμαλωσίας.
Εντοπίστηκαν επίσης καταχωρίσεις που πραγματοποιήθηκαν πολλά χρόνια μετά την εισβολή, με βάση δικαιολογητικά που δεν είναι πλέον διαθέσιμα για επαλήθευση.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία αναγνωρίζει ότι η καταστροφή και η απώλεια αρχείων εξαιτίας της εισβολής δημιούργησαν αντικειμενικές δυσκολίες.
Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι αυτές οι δυσκολίες δεν δικαιολογούν τη διατήρηση αναξιόπιστων διαδικασιών ελέγχου επί δεκαετίες.
Ζητείται επανέλεγχος των δικαιούχων
Η Ελεγκτική Υπηρεσία εισηγείται πλήρη αντιπαραβολή των καταλόγων δικαιούχων με τα διαθέσιμα ιστορικά στοιχεία, διόρθωση λανθασμένων καταχωρίσεων και εξατομικευμένη επανεξέταση των περιπτώσεων για τις οποίες υπάρχουν αμφιβολίες.
Επισημαίνει επίσης την ανάγκη δημιουργίας αξιόπιστης διαδικασίας πιστοποίησης και συστηματικής ενημέρωσης των κρατικών μητρώων.
Ο Γενικός Ελεγκτής Ανδρέας Παπακωνσταντίνου τονίζει ότι η αναγνώριση της προσφοράς και της δοκιμασίας των πραγματικών αιχμαλώτων αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας.
Η έκθεση δεν αποδεικνύει ότι οι οκτώ περιπτώσεις συνιστούν απάτη. Καταγράφει, ωστόσο, πληρωμές για τις οποίες δεν προκύπτει επαρκής δικαιολόγηση από τα διαθέσιμα στοιχεία και ζητεί περαιτέρω διερεύνηση.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς αφορά τιμητικά ωφελήματα που θεσπίστηκαν για ανθρώπους οι οποίοι υπέστησαν τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής του 1974.
Η προστασία των πραγματικών δικαιούχων προϋποθέτει ένα σύστημα αξιόπιστο, διαφανές και ικανό να διακρίνει τα λάθη των κρατικών αρχείων από περιπτώσεις μη νόμιμης καταβολής.