Την ανάγκη αναθεώρησης της νομοθεσίας που διέπει τις πολεοδομικές παρεκκλίσεις αναγνωρίζει ο πρόεδρος του Συμβουλίου Μελέτης Παρεκκλίσεων, Σωτήρης Κτωρίδης, δηλώνοντας ότι συμφωνεί με όλες τις συστάσεις της Ελεγκτικής Υπηρεσίας. Την ίδια ώρα, ωστόσο, απορρίπτει τη διαπίστωση ότι οι παρεκκλίσεις τείνουν να μετατραπούν από εξαίρεση σε κανόνα.
Μιλώντας την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου στο «Πρωινό Δρομολόγιο» του ΡΙΚ, ο κ. Κτωρίδης τοποθετήθηκε για τα ευρήματα της ειδικής έκθεσης της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, η οποία καταγράφει σοβαρές αδυναμίες στις διαδικασίες εξέτασης και έγκρισης πολεοδομικών αδειών κατά παρέκκλιση.
Ο πρόεδρος του ΣΥΜΕΠΑ ανέφερε ότι αντικρίζει θετικά τις επισημάνσεις της Ελεγκτικής και συμφωνεί με το σύνολο των συστάσεών της, υπογραμμίζοντας ότι το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο χρειάζεται επικαιροποίηση.
Παράλληλα, αναγνώρισε την ανάγκη επαναξιολόγησης του ζητήματος των αυθαίρετων αναπτύξεων, το οποίο καταλαμβάνει σημαντικό μέρος των διαπιστώσεων της έκθεσης.
Διαφωνεί ότι οι παρεκκλίσεις γίνονται κανόνας
Παρά τη συμφωνία του με τις προτεινόμενες αλλαγές, ο κ. Κτωρίδης εξέφρασε διαφωνία με την εκτίμηση της Ελεγκτικής ότι ο μηχανισμός των πολεοδομικών παρεκκλίσεων κινδυνεύει να εξελιχθεί σε παράλληλο σύστημα αδειοδότησης.
Υποστήριξε ότι οι εγκρίσεις κατά παρέκκλιση αντιπροσωπεύουν ελάχιστο ποσοστό, απορρίπτοντας ουσιαστικά την εκτίμηση ότι η εξαίρεση μετατρέπεται σταδιακά σε συνήθη πρακτική.
Η διαφοροποίηση αυτή βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης που προκάλεσε η δημοσιοποίηση της έκθεσης, καθώς ο Γενικός Ελεγκτής, Ανδρέας Παπακωνσταντίνου, προειδοποιεί ότι ένας μηχανισμός που δημιουργήθηκε για εξαιρετικές περιπτώσεις δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως εναλλακτική οδός παράκαμψης των πολεοδομικών σχεδίων.
Τα στοιχεία που προκαλούν προβληματισμό
Σύμφωνα με την έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, κατά την περίοδο 2020–2023 εξετάστηκαν συνολικά 633 αιτήσεις για πολεοδομικές παρεκκλίσεις.
Από αυτές, οι 259 αφορούσαν την ανέγερση μεμονωμένων κατοικιών εκτός ορίων ανάπτυξης, ενώ εγκρίθηκαν οι 139.
Πρακτικά, περίπου τέσσερις στις δέκα αιτήσεις αφορούσαν μεμονωμένες κατοικίες, ενώ περισσότερες από τις μισές αιτήσεις αυτής της κατηγορίας έτυχαν έγκρισης.
Η Ελεγκτική εκφράζει προβληματισμό για τη συχνότητα με την οποία χρησιμοποιείται η συγκεκριμένη διαδικασία, επισημαίνοντας τον κίνδυνο σταδιακής επέκτασης της οικιστικής ανάπτυξης σε περιοχές που προορίζονται για άλλες χρήσεις.
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται για την προστασία της παραγωγικής γεωργικής γης και τη συνοχή του πολεοδομικού σχεδιασμού.
Αυθαίρετα κτίσματα και εκ των υστέρων εγκρίσεις
Η ειδική έκθεση καταγράφει επίσης περιπτώσεις στις οποίες αναπτύξεις πραγματοποιήθηκαν χωρίς τις απαιτούμενες άδειες και στη συνέχεια προωθήθηκαν διαδικασίες πολεοδομικής έγκρισης κατά παρέκκλιση.
Μεταξύ των χαρακτηριστικών περιπτώσεων περιλαμβάνεται υπεραγορά που λειτουργούσε σε βιομηχανική ζώνη χωρίς την απαιτούμενη άδεια αλλαγής χρήσης, καθώς και αυθαίρετη κατοικία σε γεωργική γη υψηλής ποιότητας στην επαρχία Αμμοχώστου.
Η Ελεγκτική εντόπισε ακόμη περιπτώσεις διαφοροποίησης των εισηγήσεων του ΣΥΜΕΠΑ από τις απόψεις των αρμόδιων Πολεοδομικών Αρχών, χωρίς να προκύπτει πάντοτε επαρκής τεκμηρίωση.
Προβλήματα καταγράφονται και στους χρόνους εξέτασης των αιτήσεων, με καθυστερήσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπέρασαν ακόμη και τη δεκαετία.
Ανοικτό το ζήτημα της αναθεώρησης
Η δημόσια τοποθέτηση του προέδρου του ΣΥΜΕΠΑ αναδεικνύει τη συμφωνία ως προς την ανάγκη βελτίωσης του υφιστάμενου πλαισίου, αλλά και τη διαφορετική αξιολόγηση της έκτασης του προβλήματος.
Από τη μία, η Ελεγκτική προειδοποιεί ότι η επαναλαμβανόμενη χρήση των παρεκκλίσεων ενδέχεται να αποδυναμώνει τον πολεοδομικό σχεδιασμό και να δημιουργεί συνθήκες ευνοϊκής μεταχείρισης αυθαίρετων αναπτύξεων.
Από την άλλη, η ηγεσία του ΣΥΜΕΠΑ υποστηρίζει ότι οι εγκρίσεις εξακολουθούν να αποτελούν περιορισμένο μέρος της συνολικής πολεοδομικής δραστηριότητας.
Το ζητούμενο πλέον είναι κατά πόσο οι συστάσεις της Ελεγκτικής θα οδηγήσουν σε συγκεκριμένες νομοθετικές και διοικητικές αλλαγές, οι οποίες θα ενισχύσουν τη διαφάνεια, την τεκμηρίωση των αποφάσεων και την αποτελεσματικότητα του πολεοδομικού ελέγχου.